Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

José Carlos Mariátegui Μέσα από τους δρόμους της παγκοσμιότητας πλησιάζουμε τον εαυτό μας Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του José Carlos Mariá


Μέσα από τους δρόμους της παγκοσμιότητας πλησιάζουμε τον εαυτό μας


Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του José Carlos Mariátegui Εφτά Δοκίμια για την ερμηνεία της περουβιανής πραγματικότητας, Nosotros 29/9/2008



Στον Ραμόν κι όλους τους Βάσκους αγωνιστές που βρίσκονται στις ισπανικές και γαλλικές φυλακές



1. Κάθε τεκμήριο πολιτισμού είναι και τεκμήριο βαρβαρότητας, μας προειδοποίησε ο Walter Benjamin. Ο λεγόμενος Δυτικός πολιτισμός των Νέων Καιρών είχε σα γενέθλια πράξη την ανακάλυψη του λεγόμενου «Νέου Κόσμου»- δηλαδή την δια πυρός και σιδήρου καταστροφή των προκολομβιανών πολιτισμών και την γενοκτονία των ιθαγενών πληθυσμών τους. Αυτό το τραύμα της γέννησης του κόσμου που συνεχίζει να είναι ο σημερινός μας κόσμος απωθήθηκε στις κρύπτες της νεωτερικότητας. Δεν έπαψε, όμως να συντελείται, κάθε φορά, σε κάθε διαφορετική εποχή και φάση της Ιστορίας του παγκόσμιου καπιταλισμού, με άλλη μορφή, κάθε φορά με άλλη ορμή και η βίαιη επιστροφή του απωθημένου, από τον Κουχαχουτεμόκ και την εξέγερση του Τούπακ Αμαρού μέχρι την σύγχρονή μας επαναστατική αφύπνιση των ιθαγενών. Δεν πρόκειται για περιφερειακά φαινόμενα αλλά για χαρακτηριστικό και ιδιότυπο σύμπτωμα της κρίσης του καπιταλιστικού κόσμου στο σύνολό του. Σύμπτωμα της κατάστασης του κόσμου μας κι όχι μόνο της Λατινικής Αμερικής, εξαγγελία, από τα ίδια τα θύματα αυτού του κόσμου, για τα όσα επέρχονται, για την κυοφορούμενη και ογκούμενη επαναστατική κρίση σε πλανητική κλίμακα.

Έτσι πρέπει να ιδωθούν οι λατινοαμερικάνικες εξεγέρσεις που σημαδεύουν το μεταίχμιο της τρίτης χιλιετίας, από τις ζούγκλες της Τσιάπας, έως τα υψίπεδα των Άνδεων, από τους Μαπούτσε και τους Γκουαρανί ως τους Αϋμάρα και τους Κέτσουα, τα παιδιά των Ίνκας στη σημερινή Βολιβία, όπου αγρότες, κοκαλέρος και εργάτες, συγκρούονται με τους απογόνους των Κονκισταδόρες, την ολιγαρχία των σφαγέων της Σάντα Κρουζ, του Πάντο, της Κοτσαμπάμπα, τους «επιτετραμμένους» της αυτοκρατορικής αρχής που δεν βρίσκεται πια στην καστιλλιάνικη Μαδρίτη αλλά στην Ουάσιγκτον των Γιάνκηδων.

Μια ξεθυμασμένη, βέβαια, Αριστερά, ιδιαίτερα το κομμάτι της στις Μητροπόλεις που μένει προσηλωμένο στον ευρωπαιοκεντρισμό, θέλει να βλέπει στις ηφαιστειακές αυτές εκρήξεις είτε σαν κάτι εντελώς απόμακρο, εξωτικό ή και βάρβαρο, είτε, πάλι, στο πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της ίδιας Αριστεράς, σαν υποκατάστατο που έρχεται να καλύψει το κενό των δικών της διαψεύσεων. Εξάλλου, ο «τριτοκοσμισμός», με ή χωρίς λατινοαμερικάνικα χρώματα, σαν ιδεολόγημα ορισμένων ριζοσπαστών που κουράστηκαν να περιμένουν μια κοινωνική επανάσταση στα μητροπολιτικά κέντρα του παγκόσμιου συστήματος, δεν είναι άλλο από ευρωπαιοκεντρισμός από την ανάποδη.

Στους αντίποδες του ευρωπαιοκεντρισμού και του «τριτοκοσμισμού», βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα της Λατινικής Αμερικής, με όλες τις ιδιαιτερότητές της αλλά και με οικουμενικό αντίκρισμα έρχεται η αυθεντική επαναστατική σκέψη και δράση του José Carlos Mariátegui. Από την μια, κατηγορήθηκε από τους εθνικιστές σαν «ευρωπαΐζουσα», μια και ο Μαριάτεγκι μιλά από τη σκοπιά του παγκόσμιου, έχοντας γνωρίσει σε βάθος την ευρωπαϊκή κουλτούρα αλλά και κάθε μοντέρνο ρεύμα στη φιλοσοφική σκέψη και την τέχνη των αρχών του 20ου αιώνα ΄ από την άλλη συκοφαντήθηκε, ιδιαίτερα, από του σταλινικούς γραφειοκράτες, σαν «ρομαντικός εθνικιστής» και «αναχρονιστικός ναρόντνικος» του Περού, μια και μιλούσε για την θέση που έχει η ιδιαίτερη αρχαϊκή παράδοση του κομμουνισμού των Ίνκας στη σημερινή ζωή των ιθαγενών αλλά και στη χάραξη μιας στρατηγικής διαρκούς επανάστασης για τον σοσιαλισμό, πάνω και πέρα από τα στάδια μιας γραμμικής αντίληψης της Ιστορίας.

Ενάντια σε κάθε μεταφυσικό δυισμό, είτε αυτός παίρνει τη μορφή του μηχανιστικού διαχωρισμού της εθνικής ιδιαιτερότητας από την παγκοσμιότητα της ιστορικής εξέλιξης στους Μοντέρνους Καιρούς είτε της γραφειοκρατικής «θεωρίας των σταδίων», ο Μαριάτεγκι αναπτύσσει την διαλεκτική του παγκόσμιου-οικουμενικού και του τοπικού-εθνικού. Αναζητά και πετυχαίνει να συλλάβει πώς η ανισόμερη και συνδυασμένη ανάπτυξη των τάσεων της παγκόσμιας ιστορικής διαδικασίας συνδυάζονται με ένα πρωτότυπο κι ανεπανάληπτο τρόπο στη Λατινική Αμερική και στο Περού ειδικά.

«Μέσα από τους δρόμους της παγκοσμιότητας για τους οποίους τόσα μας καταμαρτυρούν, πλησιάζουμε όλο και περισσότερο τον εαυτός μας». Με αυτά τα λόγια καταλήγουν τα Εφτά δοκίμια για την ερμηνεία της περουβιανής πραγματικότητας που μόλις εκδόθηκαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα. Το βιβλίο αποτελεί αναμφίβολα το ιδρυτικό ντοκουμέντο του Μαρξισμού στην ήπειρο του Σιμόν Μπολίβαρ. Εισάγει στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, μέσα στη διεθνή θύελλα που ακολούθησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, την αδογμάτιστη ιστορική υλιστική ανάλυση της περουβιανής και λατινοαμερικανικής πραγματικότητας. Ταυτόχρονα αποτελεί πολύτιμη συνιστώσα του διεθνούς επαναστατικού Μαρξισμού, μιας ανοιχτής, αέναα αναπτυσσόμενης θεωρίας και πράξης της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.


2. Η ανωτερότητα αυτής της διαλεκτικής μεθόδου που αρνείται τόσο τον φετιχισμό της μερικότητας όσο και τον ισοπεδωτισμό μιας αφηρημένης καθολικότητας φαίνεται και στην επικαιρότητα που αποκτά η ανάλυση του Μαριάτεγκι ιδιαίτερα με την επανεμφάνιση μαζικών ιθαγενικών κινημάτων στην παρούσα φάση ανόδου της λατινοαμερικανικής επανάστασης.

Η πορεία κατάκτησης του πλανήτη από τον αναδυόμενο καπιταλισμό ώθησε στην ισπανική Κατάκτηση και παραπέρα στην εμφάνιση ανεξάρτητων λατινοαμερικανικών κρατών όπου οι κυρίαρχες τάξεις οργάνωσαν την κοινωνία, όπως λέει ο Μαριάτεγκι « χωρίς τον Ινδιάνο και ενάντια στον Ινδιάνο», με την εξόντωση, την υποδούλωση, την υπερεκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό των ευρύτερων λαϊκών μαζών των γηγενών πληθυσμών.

O Μαριάτεγκι κατεδαφίζει την φιλελεύθερη θεωρία της γραμμικής προόδου και την αλληλένδετη αντίληψη περί του «εκπολιτιστικού» ρόλου της αποικιοκρατίας δείχνοντας με κρυστάλλινη διαύγεια την τεράστια οπισθοδρόμηση που έφερε η ισπανική Κατάκτηση της Νότιας Αμερικής: «Το αποικιακό καθεστώς αποδιοργάνωσε και κατέστρεψε την αγροτική οικονομία των Ίνκας, χωρίς να την αντικαταστήσει με άλλη καλύτερης απόδοσης[..]Ενάντια σε όλες τις κατηγορίες- στο όνομα όλων των φιλελεύθερων, δηλαδή, μοντέρνων αντιλήψεων ελευθερίας και δικαιοσύνης- οι οποίες θα μπορούσαν να απευθυνθούν στο καθεστώς των Ίνκας, υπάρχει το ιστορικό γεγονός- θετικό και υλικό- ότι εξασφάλιζε την συντήρηση και την αύξηση ενός πληθυσμού, ο οποίος όταν έφτασαν οι Κονκισταδόρες στο Περού, αριθμούσε δέκα εκατομμύρια και σε τρεις αιώνες ισπανικής κατοχής μειώθηκε στο ένα εκατομμύριο. Αυτό το γεγονός καταδικάζει την αποικιοκρατία, όχι από την αφηρημένη, θεωρητική ή ηθική σκοπιά-ή όπως ο καθένας θέλει να την ονομάσει- της δικαιοσύνης, αλλά από την πρακτική, συγκεκριμένη και υλική σκοπιά της χρησιμότητας.» ( Εφτά δοκίμια…ό. π. π. σ.80-81)

Ο Μαριάτεγκι δεν εξιδανικεύει εξωϊστορικά ούτε την βαρβαρότητα του Δυτικού «εκπολιτισμού» αλλά ούτε και την κοινωνικο-οικονομική οργάνωση των Ίνκας, τον θεοκρατικό αγροτικό τους κομμουνισμό. Δεν πρεσβεύει τη νεκρανάστασή του αλλά την ενεργοποίηση, μέσα στο μοντέρνο ιστορικό πλαίσιο και με την προοπτική της επαναστατικής σοσιαλιστικής χειραφέτησης, των κολεκτιβιστικών παραδόσεων που παραμείνανε ζωντανές στους ιθαγενείς Ινδιάνους σαν γραμμή άμυνας και στρατηγική επιβίωσης στις συνθήκες εξαθλίωσης που επέβαλε η αποικιοκρατία και η καπιταλιστική επέκταση. Γράφει ο Μαριάτεγκι: «Η πίστη σε μια αναγέννηση των Ινδιάνων δεν προέρχεται από μια διαδικασία υλικής «δυτικοποίησης» της γης των Κέτσουα. Δεν είναι ο πολιτισμός, δεν είναι το αλφάβητο του λευκού αυτό που εξυψώνει την ψυχή του Ινδιάνου. Είναι ο μύθος, είναι η ιδέα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η ελπίδα του ιθαγενούς είναι απόλυτα επαναστατική . Ο ίδιος μύθος, η ίδια ιδέα, είναι αποφασιστικοί παράγοντες αφύπνισης άλλων λαών, άλλων αρχαίων φυλών που έχουν καταρρεύσει: Κινέζων, Ινδών κ. ά. Η παγκόσμια ιστορία τείνει σήμερα όσο ποτέ να κυβερνηθεί από τον ίδιο κανόνα. Γιατί πρέπει ο λαός των Ίνκας, αυτός που κατασκεύασε το πιο εξελιγμένο και αρμονικό κομμουνιστικό σύστημα, ο μόνος που θα παραμείνει αναίσθητος μπροστά στην παγκόσμια συγκίνηση; Η συγγένεια του ιθαγενικού κινήματος με τα σύγχρονα παγκόσμια επαναστατικά ρεύματα είναι ιδιαίτερα εμφανής…»(ό. π. π. σ.71)

Είναι σαφές και από το παραπάνω απόσπασμα ότι η αντίληψη του Μαριάτεγκι συνδέει την κινητοποίηση των ιθαγενών με την σοσιαλιστική επανάσταση και δεν έχει έτσι τίποτα το κοινό με ορισμένα σύγχρονα ρεύματα, ρεφορμιστικά στην ουσία τους, που αντιπαραθέτουν τον indigenismo στην επαναστατική πάλη για τον σοσιαλισμό και τον ιθαγενή σα νέο επαναστατικό υποκείμενο στην εργατική τάξη, περιορίζοντας έτσι την αφύπνιση των καταπιεσμένων γηγενών σε μια μεταρρυθμιστική διεκδίκηση πολιτισμικών και άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Ο Μαριάτεγκι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στα ζητήματα της κουλτούρας και ιδιαίτερα στις πολιτισμικές παραδόσεις των Ίνκας κι η ανάλυσή του, μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης με όλες τις κοινωνικές- ταξικές, φυλετικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των συγκρουόμενων ζωντανών κοινωνικών δυνάμεων, αποτελεί την ριζική άρνηση κάθε οικονομισμού και μονοσήμαντου αναγωγισμού. Την ίδια στιγμή είναι και μια βαθύτατα, δηλαδή με διαλεκτικό –ιστορικό βάθος, υλιστική ανάλυση.

Ο Μαριάτεγκι, ορθότατα, βλέπει ότι το πρόβλημα του Ινδιάνου είναι το πρόβλημα της γης, η απουσία μιας αγροτικής μεταρρύθμισης, η συνεχιζόμενη τυραννία της μεγάλης γαιοκτησίας. Εδώ χαράζει μια σαφή διαχωριστική γραμμή με όσους κρατούν μια στάση απλώς ανθρωπιστική προς τους ιθαγενείς, επικαλούμενοι μάλιστα το παράδειγμα του μεγάλου Ρωμαιοκαθολικού ιερέα (εβραϊκής καταγωγής) Μπαρτολομέο ντε λας Κάζας που είχε πρώτος καταγγείλει τα εγκλήματα γενοκτονίας των Κονκισταδόρες: «Τοποθετώντας σε πρώτο πλάνο το οικονομικοκοινωνικό ζήτημα, παίρνουμε τη λιγότερο δυνατή λυρική και λογοτεχνική στάση. Δεν αρκούμαστε να διεκδικήσουμε το δικαίωμα του Ινδιάνου στη παιδεία, στον πολιτισμό, στην πρόοδο, στην αγάπη και στον ουρανό. Αρχίζουμε διεκδικώντας , κατηγορηματικά, το δικαίωμά του στη γη. Αυτή η απόλυτα υλιστική διεκδίκηση αρκεί για να μη μας συγχέουν με τους κληρονόμους ή όσους αναμασάνε τον ευαγγελικό λόγο του μεγάλου Ισπανού κληρικού, τον οποίο, από την άλλη, ο σαφής υλισμός μας δεν μας εμποδίζει να τον θαυμάζουμε και να τον εκτιμούμε θερμά»( ό. π. π. σ.75).

Το ζήτημα της γης παραμένει άλυτο μέχρι τις μέρες μας και κεντρικής σημασίας στο κοινωνικό ζήτημα σε όλες σχεδόν τις λατινοαμερικανικές χώρες. Ό,τι η αστική τάξη δεν ήθελε κι ούτε μπορούσε να λύσει, εξαρτά πια αντικειμενικά την λύση του από την έκβαση μιας προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης σε συμμαχία με τις ιθαγενείς αγροτικές μάζες. Η κραυγή «Γη κι Ελευθερία!» ενάντια σε ντόπιους τυράννους και ξένους ιμπεριαλιστές παραμένει το αίτημα του λατινοαμερικάνικου επαναστατικού κινήματος και σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα. Το ειδικό βάρος του ζητήματος της γης, κι έτσι των Ινδιάνων, έχει μάλιστα δυναμώσει καθώς είναι αλληλένδετο, στην μετά Μαριάτεγκι περίοδο, με την όξυνση ενός άλλου κρίσιμου ζητήματος: αυτό του ελέγχου του πετρελαίου και, γενικά, των υδρογονανθράκων που ελέγχουν τα μονοπώλια του ιμπεριαλισμού. Η σύνδεση των δύο γίνεται φανερή με δραματικό τρόπο σήμερα στη Βολιβία αλλά αφορά όλη την λατινοαμερικανική ήπειρο. Αγροτική μεταρρύθμιση και απαλλοτρίωση των υδρογονανθράκων χωρίς αποζημίωση και κάτω από εργατικό έλεγχο και εργατική διαχείριση, από το Ρίο Γκράντε έως την Τιέρρα ντελ Φουέγο- αυτά είναι τα δύο κύρια αιτήματα της λατινοαμερικανικής επανάστασης. Κανένα από τα δύο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κινητοποίηση και αυτοοργάνωση των καταπιεσμένων μαζών για την ανατροπή της ολιγαρχίας, του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι ήταν από τους πρώτους που το εξάγγειλαν και το τεκμηρίωσαν επιστημονικά.

Η επισήμανση από την μεριά του της ιστορικής ενέργειας που περικλείνουν τα άλυτα ζητήματα του παρελθόντος και ειδικότερα το καταπιεσμένο δυναμικό των γηγενών πληθυσμών και των παραδόσεων των Ίνκας συγγενεύει με την διεισδυτική ανάλυση που θα κάνει τον καιρό του ανόδου του φασισμού στη Γερμανία τόσο ο Τρότσκυ όσο ο μαρξιστής φιλόσοφος της Ουτοπίας Ernst Bloch, ο οποίος και τόνισε τον ρόλο που παίζουν οι «μη σύγχρονες αντιφάσεις» στην ενεργοποίησή τους από τις σύγχρονες αντιφάσεις του κεφαλαίου και της εργασίας( Βλ. το βιβλίο του Κληρονομιά του καιρού τούτου). Η ενεργοποίηση των μη σύγχρονων αντιφάσεων γίνεται διακύβευμα της αναμέτρησης ανάμεσα στην κοινωνική επανάσταση και την αντεπανάσταση.

Η χρήση του Μύθου και του αρχέγονου σαν πολιτική της ταυτότητας είναι κεντρική. Είναι γνωστός ο ρόλος που έπαιξε στην άνοδο και επικράτηση του Ναζισμού. Ο Μαριάτεγκι, όμως, χρησιμοποιεί την έννοια του μύθου με ριζικά αντίθετο τρόπο από ό,τι π.χ. ο Ludwig Klages ή ο Rosenberg. Την δανείζεται ,εμφανώς, από τον Georges Sorel. «… σ’ αυτόν τον θεωρητικό της θετικής βίας που υπήρξε ο Ζωρζ Σορέλ» γράφει ο Jean -Luc Nancy «η ολοκληρωμένη μορφή βίας που είναι η γενική απεργία έχει την πλήρη της δύναμη χάρη στο γεγονός ότι πραγματοποιεί αυτό που αποκαλεί « μύθο»: μια ολότητα όπου παρουσιάζεται άμεσα ολόκληρη η εικόνα του κοινωνικού προτάγματος που η βία θέλει να υπηρετήσει»( Au fond des images, Galilée 2003 σ. 45) Η εικόνα του κοινωνικού προτάγματος που συνδέει ο Μαριάτεγκι με τον μύθο που «εξυψώνει την ψυχή του Ινδιάνου» και τον οδηγεί στην επαναστατική κινητοποίηση δεν είναι άλλος από «την ιδέα της σοσιαλιστικής επανάστασης». Δεν βρίσκεται στη νεκρανάσταση του αρχέγονου αλλά στο μέλλον, περνώντας όχι μέσα από ένα retour αλλά από ένα détour, από μια παράκαμψη κι όχι επιστροφή στο παρελθόν, όπως λέει ο Michael Löwy. Η αντιδραστική σκέψη της συντηρητικής αντεπανάστασης, αντίθετα, μαζί και εκείνη μιας τουλάχιστον όψης της φιλοσοφίας του Martin Heidegger, προτάσσει την επιστροφή στην «αυθεντικότητα του Αρχέγονου», στις ρίζες της φυλής, στο αίμα και το έδαφος, το Βlut und Boden (ή, έστω, το Blut und Erde του λόγου της πρυτανείας του Χάϊντεγγερ το 1933).


3. Ο Μαριάτεγκι δεν κάνει την παραμικρή παραχώρηση στους εθνικιστές. Από αυτή την άποψη της μεθόδου και συνολικής κοσμοθεώρησης, δεν είναι παράξενο ότι ήρθε τελικά σε ρήξη με τον Haya de la Torre και τους εθνικιστές αντι-ιμπεριαλιστές της APRA, στηρίζοντας τον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού( αργότερα Κομμουνιστικού) Κόμματος και στη Διεθνή. Αναποδογυρίζοντας κι επιστρέφοντας στους εθνικιστές το ξενόφοβο επιχείρημα, τόνισε ότι ο ίδιος ο αστικός και μικροαστικός εθνικισμός είναι «εισαγόμενος από το εξωτερικό» σαν δημιούργημα της διεθνούς εξάπλωσης του καπιταλισμού.

Στη συζήτηση για τη «περουβιανικότητα» (που παραπέμπει στα καθ’ ημάς στις περιβόητες διαμάχες για την «ελληνικότητα» από την δεκαετία του ’30 ως τις μέρες μας) , ο Μαριάτεγκι τονίζει: «Αυτή η περουβιανικότητα, που τόσο διαδεδομένα προβάλλεται, είναι μύθος, είναι μια μυθοπλασία. Η εθνική πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο αποκομμένη, πολύ λιγότερο ανεξάρτητη από την Ευρώπη από ό, τι νομίζουν οι εθνικιστές μας Το σύγχρονο Περού κινείται στη τροχιά του Δυτικού πολιτισμού. Η μυστικοποιημένη εθνική πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα τμήμα, ένα κομμάτι, της αχανούς παγκόσμιας πραγματικότητας[…] έχουμε καθήκον να μην αγνοούμε την εθνική πραγματικότητα ΄ αλλά έχουμε επίσης το καθήκον να μην αγνοούμε την παγκόσμια πραγματικότητα. Το Περού είναι ένα θραύσμα ενός κόσμου που ακολουθεί μια αλληλένδετη διαδρομή.»( Peruanicemos al Perú Obras Completas Vol. 11., Amauta, Lima 1970 σ. 25-27) Η «εξέταση της περουβιανικότητας» πρέπει να γίνει, όπως λέει ο Μαριάτεγκι « με μια οικουμενική προοπτική) βλ. ό. π. π. ). Υπόδειγμα μιας τέτοιας προσέγγισης είναι τα Εφτά δοκίμια για την ερμηνεία της περουβιανής πραγματικότητας.


4. Ο Μαριάτεγκι με την ίδια προσοχή και μέθοδο που προσεγγίζει την παράδοση του Περού, ενάντια σε κάθε μυθοποιητική παραδοσιοκρατία, προσεγγίζει και την επαναστατική παράδοση των καταπιεσμένων, μαζί και εκείνη του Μαρξισμού.

«Η παράδοση» για τον μεγάλο Περουβιανό επαναστάτη, «είναι, ενάντια σε ό,τι λένε οι παραδοσιοκράτες, ζωντανή και κινούμενη[…] την σκοτώνουν όσοι την θέλουν νεκρή και παγιωμένη, προέκταση ενός παρελθόντος σε ένα παρόν χωρίς δυνάμεις να ενσωματώσει σ’ αυτήν το πνεύμα του και να βάλει μέσα της το αίμα του» (Peruanicemos ό. π. σ. 117).

Πάνω από όλα, η Παράδοση όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μαριάτεγκι είναι ετερόδοξη: «Σαν αποτέλεσμα μιας σειράς εμπειριών[..] η παράδοση είναι ετερογενής και με αντιφατικές τις συνιστώσες της. Για να την αναγάγει κανείς σε μια μοναδική έννοια φτάνει να αρκεστεί στην ουσία της, εγκαταλείποντας, όμως τις διάφορες αποκρυσταλλώσεις της[…] Όσοι δεν μπορούν να φανταστούν το μέλλον, δεν μπορούν, γενικά, να φανταστούν και το παρελθόν. Δεν υπάρχει, συνεπώς, πραγματική σύγκρουση ανάμεσα στον επαναστάτη και την παράδοση παρά μοναχά για εκείνους που αντιλαμβάνονται την παράδοση μοναχά σαν μουσείο ή σαν μούμια» ( ό. π. π. σ. 118-119).

Ο Μαριάτεγκι είναι «παραδοσιακός» μαρξιστής μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια: είναι ετερόδοξος Μαρξιστής, μια κι ο μόνος ορθόδοξος μαρξισμός είναι ο ετερόδοξος επαναστατικός μαρξισμός.

Εξόριστος στην επαναστατική Ευρώπη, στα χρόνια που ακολούθησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση, γνώρισε από κοντά τις επαναστατικές εμπειρίες των Εργατικών Συμβουλίων του Τορίνο αλλά και τα επαναστατικά κινήματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών αλλά κι όλα τα ρεύματα του μοντερνισμού, την διαρκή επανάσταση στην κουλτούρα. Έγινε φλογερός κομμουνιστής χωρίς προκαταλήψεις και σεχταρισμούς, εχθρικός μόνο σε κάθε ρεφορμισμό, εμπνεόμενος από το όραμα του Οκτώβρη των Σοβιέτ, από τον μπολσεβικισμό του Λένιν και του Τρότσκυ αλλά και τον αναρχοσυνδικαλισμό του Σορέλ. Με τον ίδιο ανοιχτό τρόπο προσέγγιζε κάθε καινοτομία στη φιλοσοφία και τη τέχνη, τον ηρωικό δονκιχωτισμό και την αγωνία του δασκάλου του Miguel de Unamuno, τον Nietzsche, τον πραγματισμό του William James, τον Bergson, τον υπερρεαλισμό.

Ο μαρξιστικός κομμουνισμός του Μαριάτεγκι ήταν πάνω απ’ όλα μια πρόσκληση σε μια ηρωική ζωή της δημιουργίας, μια οιωνεί θρησκευτική εμπειρία μια και η κοινωνική επανάσταση είναι το Μεσσιανικό, η διακοπή της ιστορικής συνέχειας των βασάνων της ανθρωπότητας.

Η εμμονή του Μαριάτεγκι σε ζητήματα κουλτούρας δεν ήταν φυγή ή αποφυγή της πραγματικότητας αλλά αναγκαία οδός διείσδυσης σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και τα Εφτά δοκίμια για την ερμηνεία της περουβιανής πραγματικότητας εμπεριέχουν και μια συνοπτική αλλά βαθιά επισκόπηση της περουβιανής λογοτεχνίας. Ο Μαριάτεγκι αποτελεί, μαζί με τον Τρότσκυ και τον Γκράμσι, σπάνιο παράδειγμα επαναστάτη ηγέτη του εργατικού κινήματος που δίνει τόση προσοχή και ευαισθησία στα προβλήματα της λογοτεχνίας και της κουλτούρας.

Σε ένα κείμενό του για τον Τρότσκυ( τον οποίον ο ιδρυτής και γενικός γραμματέας του Κ. Κ. Περού υπεράσπισε στη σύγκρουσή του με τον Στάλιν και το σταλινισμό), ο Περουβιανός επαναστάτης επανέλαβε τα λόγια του Ρωσοεβραίου επαναστάτη: « Η κουλτούρα δεν είναι η πρώτη φάση της ευτυχίας αλλά το τελικό της αποτέλεσμα» (Βλ. José Carlos Mariártegui, Selected Essays, Humanity Press 1996 σ. 14). Εάν η επανάσταση πρέπει να γίνει διαρκής να μην σταματήσει, όπως έλεγε ο Saint Just παρά με την τελείωση της ευτυχίας, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να οδηγήσει σε ό,τι ονόμαζε ο Μαριάτεγκι, πριν τον Τσε Γκεβάρα, μια νέα ανθρωπότητα κι ένα νέο , αληθινά ανθρώπινο πολιτισμό. Ή, όπως έλεγε, η γενιά του Μάη του ’68 : Να έρθει η φαντασία στην εξουσία!

Μαριάτεγκι δεν αγνοούσε ότι «ο καπιταλισμός δεν είναι μονάχα τεχνική ΄ είναι και πνεύμα»( Εφτά δοκίμια…ό. π. π. σ. 57). Προπαντός δεν αγνοούσε την φύση της εποχής που άνοιξε με τον Μεγάλο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση κι άρα την κρίση του πολιτισμού.

Στη διάλεξή του Η παγκόσμια κρίση και η περουβιανή εργατική τάξη το 1923 τονίζει: «…δεν είναι μόνο η οικονομία της αστικής κοινωνίας που βρίσκεται σε κρίση αλλά πλήρως ολόκληρος ο καπιταλιστικός Δυτικός, ευρωπαϊκός πολιτισμός. Οι ιδεολόγοι της κοινωνικής επανάστασης, ο Μαρξ και ο Μπακούνιν, ο Ένγκελς και ο Κροπότκιν, ζήσανε τον καιρό της κορύφωσης του καπιταλιστικού πολιτισμού και του ιστορικισμού και της θετικιστικής φιλοσοφίας. Συνεπώς δεν μπορούσανε να προβλέψουν ότι η άνοδος του προλεταριάτου θα συντελούνταν λόγω της παρακμής του Δυτικού πολιτισμού. Το προλεταριάτο έχει τον προορισμό να δημιουργήσει ένα νέο τύπο πολιτισμού και κουλτούρας. [..] Είμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης, της επιθανάτιας αγωνίας μιας διαλυμένης, γηραλέας, ετοιμόρροπης κοινωνίας. Και συνάμα είμαστε μάρτυρες της κυοφορίας, της διάπλασης, της αργής και ανήσυχης διαμόρφωσης μιας νέας κοινωνίας. Όλη η ανθρωπότητα, όλοι εμείς που μια ειλικρινής ιδεολογική σχέση μας συνδέει με την νέα κοινωνία και μας χωρίζει από την παλιά, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα βαθιά σ’ αυτήν την μεταβατική, ταραγμένη κι έντονη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας.» (Βλ. Selected Εssays, ό. π. π. σ. 8-9)


5. Στις 7 Νοεμβρίου του 1917- για την ακρίβεια στις 25 Οκτωβρίου με το παλιό Ιουλιανό ημερολόγιο- εξαπολύθηκε η οργανωμένη από τους μπολσεβίκους ένοπλη επίθεση των Σοβιέτ στα Χειμερινά Ανάκτορα στην Πετρούπολη.

Τον ίδιο Νοέμβριο του 1917, τον μήνα της πρώτης εφόδου στον ουρανό, στο μακρινό Περού ξεσπάει ένα παράξενο σκάνδαλο που ονομάστηκε το Σκάνδαλο του Νεκροταφείου. Στο κεντρικό Κοιμητήριο της Λίμα, συλλάβανε το νεαρό Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι μαζί με φίλους του γιατί χόρευαν μαζί με μια ξένη μπαλλαρίνα πάνω στα μνήματα, κάτω από τους ήχους της Marche Funèbre του Chopin.

Τον ίδιο χορό ανάμεσα στα μνήματα του καπιταλιστικού πολιτισμού συνέχισε και αργότερα να χορεύει, κάτω από τους ήχους ενός ηρωικού, δονκιχωτικού Μαρξισμού.

Ίσως από το παρελθόν και την λίμνη Τιτικάκα να ήρθανε να τον συντροφέψουν τα φαντάσματα των Ίνκας, μαζί και ο Τουπάκ Αμαρού.

Από τον 21ο αιώνα κι από το μέλλον ας τον συνοδέψουμε κι εμείς.





28-29/9/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: