Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Θέμα: Προϋπολογισμός 2009

Ζαρωτιάδης Γρηγόρης

Εργατική Πάλη Νοέμβριος 2008


Η βασική χρηστικότητα του προϋπολογισμού δεν είναι να προδιαγράψει με ακρίβεια τα οικονομικά μεγέθη της κρατικής παρεμβατικότητας. Κάτι τέτοιο είναι εκ προοιμίου αδύνατο, καθώς δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ακριβώς τις ιδιαίτερες αναγκαιότητες ή τις εξωγενείς επιπτώσεις που πρόκειται να προκύψουν. Ο κύριος στόχος είναι να προσδιορίσει τις κεντρικές προτεραιότητες που θέτει η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία και να εκπέμψει, αν είναι δυνατόν, τα «σωστά» μηνύματα προς την αγορά, διασκεδάζοντας τις όποιες αμφιβολίες μπορούν να προκύψουν για τους παράγοντες του διεθνοποιημένου νομισματικού συστήματος, ενισχύοντας την επενδυτική διάθεση των αστών και διασφαλίζοντας την κοινωνική ηρεμία.


Όμως, αυτό ακριβώς είναι που δεν φαίνεται να επιτυγχάνει η κυβέρνηση. Η πληγωμένη αξιοπιστία της, λόγω της πλήρους αστοχίας του προηγούμενου προϋπολογισμού και της αναγκαστικής προσφυγής της σε μια αντιλαϊκή φοροεπιδρομή, δέχεται ένα επιπρόσθετο πλήγμα: λίγο μετά την δημοσιοποίηση του σχεδίου του προϋπολογισμού για το 2009, σπεύδει να τον αναιρέσει, επικαλούμενη την απρόβλεπτη (…) διεθνή οικονομική κρίση. Και αν αυτό κινείται στα όρια μιας λογικής εξήγησης, το γεγονός ότι η αναγκαία αναθεώρηση καθυστερεί αναίτια δείχνει μια νευρικότητα και μια δυσκολία καθορισμού της κατάλληλης πολιτικής για τον επόμενο χρόνο.


Δύο είναι τα ζητούμενα γύρω από τα οποία προκύπτει η ανάγκη προσαρμογής. Ως προς το πρώτο, οι απαραίτητες αλλαγές, αν και δυσάρεστες για τους ιθύνοντες του Υπουργείου, είναι λίγο ή πολύ δεδομένες: το σχέδιο του προϋπολογισμού που ανακοινώθηκε βασίσθηκε σε ένα ούτως ή άλλως υπεραισιόδοξο σενάριο για την εξέλιξη των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Όμως η πρόβλεψη για 3% μεγέθυνση του πραγματικού πλούτου φαντάζει πλέον εξωπραγματική, μετά και τις τελευταίες ανακοινώσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το να υποθέτεις ότι το 2009 θα βελτιωθεί το καταναλωτικό κλίμα, θα ενισχυθούν οι εξαγωγές – την ίδια στιγμή οι αναλυτές μιλούν ακόμη και για αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης στην Ευρωζώνη – και θα αυξηθεί η επενδυτική δραστηριότητα κατά 1,4% – πέρυσι έμεινε στο 0,1% (!) – δεν είναι απλώς ουτοπικό, είναι προκλητικό. Προφανώς, με αυτόν τον τρόπο η ελληνική κυβέρνηση θέλει να παρουσιάσει μια επικείμενη μεγάλη μείωση του ποσοστού του δημοσιονομικού ελλείμματος ως προς το ΑΕΠ, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών δεν είναι κουτόφραγκοι.


Η βασική όμως δυσκολία και ο λόγος αυτής της κυβερνητικής δυστοκίας έγκειται στο δεύτερο ζητούμενο: εκτός της αλλαγής του σεναρίου, χρειάζεται μια μικρή ή μεγάλη αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων που τίθενται. Θα αυξηθούν ή όχι οι δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες σύμφωνα με την αρχική πρόβλεψη περιορίστηκαν στο 3,2% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 20ετίας; Θα μετριασθεί η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση της τάξεως των 7,5 δις που προβλέπεται για το 2009; Ή θα επιβαρυνθούν κι άλλο τα λαϊκά εισοδήματα, ενισχύοντας την καταναλωτική αδυναμία, και προκαλώντας ακόμη περισσότερο την λαϊκή αγανάκτηση;


Η ενδοκυβερνητική σύγκρουση και η προκαλούμενη δυσκολία στην αναθεώρηση του προϋπολογισμού και στην ανακοίνωση συγκεκριμένων μέτρων υποκρύπτει ακριβώς την αντιπαράθεση μεταξύ της παραδοσιακής λαϊκής δεξιάς και των εκσυγχρονιστών / μεταρρυθμιστών του νεοφιλελευθερισμού. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική έρχεται αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα που δημιούργησε η ίδια: η σταδιακή μείωση του κοινωνικού κράτους και η παράδοση των κοινωνικών αγαθών στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η οικονομική εξαθλίωση των εργαζομένων και η αλλαγή των σχέσεων εργασίας προς όφελος των αστών είχαν τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα: μηδαμινές επιπτώσεις στη μείωση του δημόσιου χρέους και ταυτόχρονα ενίσχυση των κερδοσκοπικών βραχυπρόθεσμων τοποθετήσεων εις βάρος της παραγωγικής επενδυτικής δραστηριότητας. Η Ελλάδα αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα: μετά από μια μακρόχρονη προσπάθεια χειραγώγησης του χρέους και πραγματικής μείωσης των μισθών, το δημοσιονομικό έλλειμμα ξεπέρασε το επίπεδο επιτήρησης των Βρυξελλών (πάνω από 3,5% του ΑΕΠ), οι επενδύσεις έμειναν σχεδόν στάσιμες (αύξηση μόλις κατά 0,1%) και η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε μείωση πάνω από 20%! Και όλα αυτά πριν προκύψει η διεθνής χρηματοπιστωτική έξαρση.


Το ποια λογική θα επικρατήσει μένει να το δούμε, αν και οι τελευταίες συναντήσεις των υπουργών οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECOFIN) δίνουν ξεκάθαρα την κατεύθυνση: συνέχιση της νεοφιλελεύθερης λογικής, σε πείσμα της φανερούς πια χρεοκοπίας της σε παγκόσμιο επίπεδο. Άλλωστε, η αποτυχία ουσιαστικής μείωσης του δημόσιου χρέους δεν αφήνει πολλά περιθώρια στους τεχνοκράτες των Βρυξελλών στο να προωθήσουν μια επεκτατική πολιτική. Επειδή όμως όλα είναι πιθανά, οι εργαζόμενοι της Ευρώπης πρέπει να προετοιμαστούν να αντιμετωπίσουν τις οποιεσδήποτε αστικές πολιτικές επιλογές: φθάνει πια με την λιτότητα των πολλών και φτωχών, αλλά ταυτόχρονα, όχι στις εξοπλιστικές δαπάνες και στην επέκταση του αστικού κρατικού παρεμβατισμού, των πελατειακών προσλήψεων, της νεκρανάστασης της δασοφυλακής, της παράδοσης των ακτών και του περιβάλλοντος στην οικονομία του μπετόν, της πρόχειρης, ανούσιας κατασπατάλησης δημόσιων πόρων που απλώς ικανοποιούν παρασιτικές κερδοσκοπικές δραστηριότητες.


Σε πείσμα όσων προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, υπάρχει άλλη, ριζοσπαστική διέξοδος! Γενναία μείωση των εξοπλιστικών δαπανών, ανάπτυξη των δημοσίων αγαθών της παιδείας και της υγείας, επαναφέροντας αυτά, όχι στην κρατική/αστική, αλλά στην κοινωνική διαχείριση - καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής και εξασφάλιση της επαρκούς χρηματοδότησης του βιώσιμου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης - πρόβλεψη και διάθεση πόρων όχι για την χρηματοδότηση της τραπεζικής κερδοφορίας αλλά για την κοινωνικοποίηση και τον εργατικό έλεγχο των παραγωγικών μονάδων που πρόκειται να κλείσουν – γενναία αναδιανομή του εισοδήματος, εμμέσως, μέσω μιας κοινωνικά δίκαιης φορολογικής μεταρρύθμισης και άμεσα, μέσω της απόλυτα δικαιολογημένης αύξησης των πραγματικών μισθών. Και σε όσους αμφιβάλλουν υποστηρίζοντας ότι όλα αυτά είναι επικίνδυνα ριζοσπαστικά, η απάντηση είναι μία: Βεβαίως, όμως το μέλλον μας ανήκει αν το διεκδικήσουμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια: