ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ, ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ/ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΘΕΜΕΛΙΩΣΗ/ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ
Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Πρόσφατα η κυβέρνηση αποφάσισε τη χορήγηση 28 δισ. Ευρώ
στις τράπεζες για να αντιμετωπίσουν την κρίση. Η διάθεση αυτού του ποσού δεν είναι προς όφελος της οικονομίας;
Η απόφαση της κυβέρνησης κοινωνικοποιεί τις ζημιές, οι οποίες μεταφέρονται αυτούσιες στην πλάτη των εργαζομένων, ενώ αφήνει τα κέρδη ιδιωτικά. Κατά τη γνώμη του ΝΑΡ, πρόκειται για ένα βαθιά αντιδραστικό, αντιλαϊκό νομοσχέδιο που θα έχει ως αποτέλεσμα να υποθηκευτούν οι δημόσιες δαπάνες των επόμενων χρόνων, αποκλείοντας εκ προοιμίου κάθε δυνατότητα αύξησης των κοινωνικών δαπανών, των μισθών και των συντάξεων που πιστεύουμε ότι σήμερα αποτελούν στόχο άμεσης προτεραιότητας. Αξίζει μάλιστα να πούμε ότι αυτό το μέτρο, που αποφασίστηκε στο πλαίσιο της ΕΕ (δείχνοντας πόσο αντιδραστική είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση η οποία ενώ απαγορεύει τις αυξήσεις στους μισθούς επικαλούμενη τη δημοσιονομική πειθαρχία την ίδια ώρα χαρίζει στους κερδοσκόπους 1,7 τρισ. ευρώ) έχει την συναίνεση του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εστιάζοντας τις αντιρρήσεις του μόνο στο ζήτημα των όρων υπό τους οποίους θα δοθούν στους τραπεζίτες τα 28 δισ. επί της ουσίας αποδέχεται να πληρώσουν την κρίση οι εργαζόμενοι.
Ναι, αλλά, αν οι τράπεζες πάρουν τα 28 δισ. δεν θα ανασάνουν, διασφαλίζοντας την λειτουργία τους;
Αυτό που θα κάνουν οι τράπεζες με τα λεφτά των εργαζομένων που θα οικειοποιηθούν κατά σκανδαλώδη τρόπο θα είναι να εξασφαλίσουν ότι τα κέρδη τους για τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσουν να αυξάνονται ιλιγγιωδώς, ενώ την ίδια ώρα θα δίνουν στον πλειστηριασμό σπίτια εργαζομένων που δεν έχουν να πληρώσουν της δόση τους, θα συνεχίσουν να αμφισβητούν το δικαίωμα στην υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας όπως κάνουν οι μεγαλοτραπεζίτες, θα συνεχίσουν να καταργούν εργατικά δικαιώματα όπως το δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή εργασία, κ.α.
Τι πρέπει να γίνει για να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση σήμερα;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η οικονομία αφορά την χρόνια λιτότητα που έχει οδηγήσει τον ένα στους τέσσερις να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Άμεσα λοιπόν πρέπει να δοθούν γενναίες αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα εργασίας. Αν ο προϋπολογισμός έχει να δώσει 28 δισ. στον Λάτση δεν έχει να δώσει μερικά ψωροεκατομμύρια στους ανέργους που ζουν σαν επαίτες ζητώντας δανεικά από τους συγγενείς και τους φίλους τους; Σήμερα επίσης αποκτά κατεπείγοντα χαρακτήρα η μείωση των ωρών εργασίας – με ταυτόχρονη αύξηση των μισθών, ώστε να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη ανεργία, η απόσυρση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από τα χρηματιστήρια και η ανάληψη από το κράτος της ευθύνης επιστροφής των 5,5 δισ. ευρώ που έχασαν αυτό το διάστημα κ.α. Να αναφερθεί μάλιστα ότι το τζογάρισμα των εισφορών μας στα χρηματιστήρια έγινε με τη σύμφωνη γνώμη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, η οποία τώρα πρέπει να λογοδοτήσει στους εργαζόμενους για την καταστροφική, αντεργατική, αυτή επιλογή της.
Ποιοι είναι οι όροι για να γίνουν πράξη αυτά τα αιτήματά σας;
Κατά τη γνώμη του ΝΑΡ καμιά πολιτική δύναμη δεν πρόκειται να χαρίσει τους εργαζόμενους τα δικαιώματά τους. Ούτε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πρόκειται να αυξήσει τους μισθούς μας, ούτε και τα κεντροαριστερά σχήματα που είναι ήδη στα σκαριά. Δύο είναι οι προϋποθέσεις κατά τη γνώμη μας ώστε η οικονομική κρίση να μη μετατραπεί σε κοινωνικό και εργασιακό Μεσαίωνα, όπως ήδη προανήγγειλε ο επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Ο πρώτος όρος είναι αναπτυχθούν εργατικοί αγώνες που να διεκδικούν όλη την πίτα και όχι μόνο ένα κομμάτι της. Να διεκδικούν δηλαδή αιτήματα επιθετικά, όπως αυτά που προανέφερα, που πράγματι θα εξασφαλίσουν τη βελτίωση των όρων ζωής της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Ο δεύτερος όρος να οικοδομηθεί ένας τρίτος πόλος της ανεξάρτητης από το κράτος και το κεφάλαιο αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Το ΝΑΡ σε αυτή την κατεύθυνση απευθύνει έκκληση σε όλες τις πολιτικές οργανώσεις της επαναστατικής – κομμουνιστικής Αριστεράς να συμφωνήσουν σε ένα προωθημένο, μακράς πνοής κι όχι ευκαιριακό πρόγραμμα, αντίστοιχο των συνταρακτικών δυνατοτήτων της εποχής μας και μ’ αυτό να διεκδικήσουν την ψήφο των εργαζομένων στις ερχόμενες ευρωεκλογές και μ’ αυτό να παλέψουν για την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας και του επελαύνοντα κοινωνικού κανιβαλισμού.
Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008
Θέμα: Προϋπολογισμός 2009
Ζαρωτιάδης Γρηγόρης
Εργατική Πάλη Νοέμβριος 2008
Η βασική χρηστικότητα του προϋπολογισμού δεν είναι να προδιαγράψει με ακρίβεια τα οικονομικά μεγέθη της κρατικής παρεμβατικότητας. Κάτι τέτοιο είναι εκ προοιμίου αδύνατο, καθώς δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ακριβώς τις ιδιαίτερες αναγκαιότητες ή τις εξωγενείς επιπτώσεις που πρόκειται να προκύψουν. Ο κύριος στόχος είναι να προσδιορίσει τις κεντρικές προτεραιότητες που θέτει η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία και να εκπέμψει, αν είναι δυνατόν, τα «σωστά» μηνύματα προς την αγορά, διασκεδάζοντας τις όποιες αμφιβολίες μπορούν να προκύψουν για τους παράγοντες του διεθνοποιημένου νομισματικού συστήματος, ενισχύοντας την επενδυτική διάθεση των αστών και διασφαλίζοντας την κοινωνική ηρεμία.
Όμως, αυτό ακριβώς είναι που δεν φαίνεται να επιτυγχάνει η κυβέρνηση. Η πληγωμένη αξιοπιστία της, λόγω της πλήρους αστοχίας του προηγούμενου προϋπολογισμού και της αναγκαστικής προσφυγής της σε μια αντιλαϊκή φοροεπιδρομή, δέχεται ένα επιπρόσθετο πλήγμα: λίγο μετά την δημοσιοποίηση του σχεδίου του προϋπολογισμού για το 2009, σπεύδει να τον αναιρέσει, επικαλούμενη την απρόβλεπτη (…) διεθνή οικονομική κρίση. Και αν αυτό κινείται στα όρια μιας λογικής εξήγησης, το γεγονός ότι η αναγκαία αναθεώρηση καθυστερεί αναίτια δείχνει μια νευρικότητα και μια δυσκολία καθορισμού της κατάλληλης πολιτικής για τον επόμενο χρόνο.
Δύο είναι τα ζητούμενα γύρω από τα οποία προκύπτει η ανάγκη προσαρμογής. Ως προς το πρώτο, οι απαραίτητες αλλαγές, αν και δυσάρεστες για τους ιθύνοντες του Υπουργείου, είναι λίγο ή πολύ δεδομένες: το σχέδιο του προϋπολογισμού που ανακοινώθηκε βασίσθηκε σε ένα ούτως ή άλλως υπεραισιόδοξο σενάριο για την εξέλιξη των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Όμως η πρόβλεψη για 3% μεγέθυνση του πραγματικού πλούτου φαντάζει πλέον εξωπραγματική, μετά και τις τελευταίες ανακοινώσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το να υποθέτεις ότι το 2009 θα βελτιωθεί το καταναλωτικό κλίμα, θα ενισχυθούν οι εξαγωγές – την ίδια στιγμή οι αναλυτές μιλούν ακόμη και για αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης στην Ευρωζώνη – και θα αυξηθεί η επενδυτική δραστηριότητα κατά 1,4% – πέρυσι έμεινε στο 0,1% (!) – δεν είναι απλώς ουτοπικό, είναι προκλητικό. Προφανώς, με αυτόν τον τρόπο η ελληνική κυβέρνηση θέλει να παρουσιάσει μια επικείμενη μεγάλη μείωση του ποσοστού του δημοσιονομικού ελλείμματος ως προς το ΑΕΠ, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών δεν είναι κουτόφραγκοι.
Η βασική όμως δυσκολία και ο λόγος αυτής της κυβερνητικής δυστοκίας έγκειται στο δεύτερο ζητούμενο: εκτός της αλλαγής του σεναρίου, χρειάζεται μια μικρή ή μεγάλη αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων που τίθενται. Θα αυξηθούν ή όχι οι δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες σύμφωνα με την αρχική πρόβλεψη περιορίστηκαν στο 3,2% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 20ετίας; Θα μετριασθεί η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση της τάξεως των 7,5 δις που προβλέπεται για το 2009; Ή θα επιβαρυνθούν κι άλλο τα λαϊκά εισοδήματα, ενισχύοντας την καταναλωτική αδυναμία, και προκαλώντας ακόμη περισσότερο την λαϊκή αγανάκτηση;
Η ενδοκυβερνητική σύγκρουση και η προκαλούμενη δυσκολία στην αναθεώρηση του προϋπολογισμού και στην ανακοίνωση συγκεκριμένων μέτρων υποκρύπτει ακριβώς την αντιπαράθεση μεταξύ της παραδοσιακής λαϊκής δεξιάς και των εκσυγχρονιστών / μεταρρυθμιστών του νεοφιλελευθερισμού. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική έρχεται αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα που δημιούργησε η ίδια: η σταδιακή μείωση του κοινωνικού κράτους και η παράδοση των κοινωνικών αγαθών στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η οικονομική εξαθλίωση των εργαζομένων και η αλλαγή των σχέσεων εργασίας προς όφελος των αστών είχαν τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα: μηδαμινές επιπτώσεις στη μείωση του δημόσιου χρέους και ταυτόχρονα ενίσχυση των κερδοσκοπικών βραχυπρόθεσμων τοποθετήσεων εις βάρος της παραγωγικής επενδυτικής δραστηριότητας. Η Ελλάδα αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα: μετά από μια μακρόχρονη προσπάθεια χειραγώγησης του χρέους και πραγματικής μείωσης των μισθών, το δημοσιονομικό έλλειμμα ξεπέρασε το επίπεδο επιτήρησης των Βρυξελλών (πάνω από 3,5% του ΑΕΠ), οι επενδύσεις έμειναν σχεδόν στάσιμες (αύξηση μόλις κατά 0,1%) και η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε μείωση πάνω από 20%! Και όλα αυτά πριν προκύψει η διεθνής χρηματοπιστωτική έξαρση.
Το ποια λογική θα επικρατήσει μένει να το δούμε, αν και οι τελευταίες συναντήσεις των υπουργών οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECOFIN) δίνουν ξεκάθαρα την κατεύθυνση: συνέχιση της νεοφιλελεύθερης λογικής, σε πείσμα της φανερούς πια χρεοκοπίας της σε παγκόσμιο επίπεδο. Άλλωστε, η αποτυχία ουσιαστικής μείωσης του δημόσιου χρέους δεν αφήνει πολλά περιθώρια στους τεχνοκράτες των Βρυξελλών στο να προωθήσουν μια επεκτατική πολιτική. Επειδή όμως όλα είναι πιθανά, οι εργαζόμενοι της Ευρώπης πρέπει να προετοιμαστούν να αντιμετωπίσουν τις οποιεσδήποτε αστικές πολιτικές επιλογές: φθάνει πια με την λιτότητα των πολλών και φτωχών, αλλά ταυτόχρονα, όχι στις εξοπλιστικές δαπάνες και στην επέκταση του αστικού κρατικού παρεμβατισμού, των πελατειακών προσλήψεων, της νεκρανάστασης της δασοφυλακής, της παράδοσης των ακτών και του περιβάλλοντος στην οικονομία του μπετόν, της πρόχειρης, ανούσιας κατασπατάλησης δημόσιων πόρων που απλώς ικανοποιούν παρασιτικές κερδοσκοπικές δραστηριότητες.
Σε πείσμα όσων προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, υπάρχει άλλη, ριζοσπαστική διέξοδος! Γενναία μείωση των εξοπλιστικών δαπανών, ανάπτυξη των δημοσίων αγαθών της παιδείας και της υγείας, επαναφέροντας αυτά, όχι στην κρατική/αστική, αλλά στην κοινωνική διαχείριση - καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής και εξασφάλιση της επαρκούς χρηματοδότησης του βιώσιμου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης - πρόβλεψη και διάθεση πόρων όχι για την χρηματοδότηση της τραπεζικής κερδοφορίας αλλά για την κοινωνικοποίηση και τον εργατικό έλεγχο των παραγωγικών μονάδων που πρόκειται να κλείσουν – γενναία αναδιανομή του εισοδήματος, εμμέσως, μέσω μιας κοινωνικά δίκαιης φορολογικής μεταρρύθμισης και άμεσα, μέσω της απόλυτα δικαιολογημένης αύξησης των πραγματικών μισθών. Και σε όσους αμφιβάλλουν υποστηρίζοντας ότι όλα αυτά είναι επικίνδυνα ριζοσπαστικά, η απάντηση είναι μία: Βεβαίως, όμως το μέλλον μας ανήκει αν το διεκδικήσουμε!
Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008
ANTIΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΛΕΣΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ
ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ:
«ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ,
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ»
Αποτελεί κοινή αίσθηση ότι οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούν ένα τεράστιο, κρίσιμο ζήτημα, το οποίο η αστική πολιτική προσπαθεί να κρατήσει «κάτω από το χαλάκι». Φαινόμενο που συναντάται από τα επαναστατικά χρόνια, διαπερνά όλη τη διαδρομή του Ελληνικού κράτους, λύνεται σε μεγάλο βαθμό «δια πυρός και σιδήρου» κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Τσάμηδες, Εβραίοι, Μακεδόνες, Αρμένιοι, Βλάχοι), χρωματίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και επανέρχεται στο προσκήνιο με νέα χαρακτηριστικά μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (1989-1990).
Το επίσημο ελληνικό κράτος ακολουθεί τον 20ο αιώνα πολιτική βίαιης ενσωμάτωσης, που ήταν βέβαια κοινή πρακτική σε όλα τα αστικά κράτη, αναγνωρίζοντας μόνο τη θρησκευτική διάσταση, αδιαφορώντας συντεταγμένα για την εθνική. Οι μειονότητες μετατρέπονται συχνά σε πιόνια του ανταγωνισμού των βαλκανικών κρατών, που ταυτόχρονα επιδιώκουν την εθνική καθαρότητα, ακόμη και με ανταλλαγές πληθυσμών, έδωσαν και δίνουν τη δυνατότητα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να επέμβουν, με αποκορύφωμα τους ανθρωπιστικούς πολέμους εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων.
Στο εσωτερικό των μειονοτήτων διαμορφώνονται τάσεις, αναπαράγονται εξουσιαστικές και ταξικές σχέσεις. Ενίοτε το κατεστημένο των μειονοτήτων οδηγείται σε διατύπωση εθνικιστικών θέσεων, προσδοκώντας τη βελτίωση της θέσης του είτε με την προστασία της «Μητέρας Πατρίδας», είτε με την απόσχιση. Τις διασπαστικές αυτές πολιτικές επιχείρησε σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές να υπερβεί η Αριστερά προτάσσοντας τον κοινό ταξικό αγώνα και ένα συνολικό επαναστατικό σχέδιο.
Η αυγή του 21ου αιώνα θέλει όλα αυτά τα ζητήματα ανοικτά. Στον Καύκασο και στα Βαλκάνια τα μειονοτικά ζητήματα πυροδοτούν εξελίξεις, φτάνοντας συχνά και στις πολεμικές συγκρούσεις. Ταυτόχρονα, η Αριστερά και το αντιπολεμικό κίνημα φαντάζει συχνά ουραγός των εξελίξεων.
Στη χώρα μας και με την ιδιαιτερότητα του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, που συχνά εντάσσει ως διαπραγματευτικά ατού τις εκατέρωθεν μειονοτικές διεκδικήσεις, αλλά και της σύγκρουσης σχετικά με το «Μακεδονικό», τα ζητήματα των μειονοτήτων προσεγγίζονται με πολλούς τρόπους: διατύπωση μιας επίσημης κρατικής άποψης-πολιτικής που απαγορεύει την αμφισβήτηση, ακόμη και την επιστημονική έρευνα που θέλει να ξεπεράσει τις αστικές αγκυλώσεις. Διαστρέβλωση των απαιτήσεων των μειονοτικών πληθυσμών και προβολή τους ως «εθνικών κινδύνων» (παράδειγμα η συζήτηση σχετικά με το Πεδίο Βολής στη Φλώρινα), αποπροσανατολίζοντας από τα προβλήματα των εργαζομένων που προκαλεί η ακραία συντηρητική πολιτική.
Παράλληλα, ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας παραμένει πάντα ενεργός.
Με την ανάγκη διατύπωσης μιας εργατικής διεθνιστικής αντίληψης και πολιτικής παρέμβασης προχωρούμε στην διοργάνωση της σχετικής εκδήλωσης. Καλεσμένοι μας αγωνιστές ερευνητές με ρηξικέλευθες, τολμηρές παρεμβάσεις, εργαζόμενοι-φοιτητές- συνδικαλιστές εκπαιδευτικοί, αγωνιστές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς από τη Θράκη και τη Μακεδονία, που ζουν και μοιράζονται καθημερινά τα προβλήματα των μειονοτικών πληθυσμών.
- ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΣΟΣ: Ερευνητής, μέλος δημοσιογραφικής ομάδας «ΙΟΣ» Κ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
- ΜΟΛΛΑ ΧΟΥΛΑ: Αγωνίστρια των ΕΑΑΚ Αλεξανδρούπολης, Πομακικής Καταγωγής
- ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μέλος ΔΣ Συλλόγου Δασκάλων Νηπιαγωγών Ροδόπης
- ΣΓΑΤΖΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ: Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης, Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας,
Μέλος της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Κίνησης
- ΜΕΤΙΚΙΔΗΣ ΣΑΒΒΑΣ: Δάσκαλος από την Ξάνθη.
Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008
Πανελλαδικό Σώμα ΝΑΡ, 8-9 Νοέμβρη
Στην τελική ευθεία για το Πανελλαδικό του Σώμα έχει μπει το Νέο Αριστερό Ρεύμα. Αυτή την εβδομάδα κλείνει ο πρώτος κύκλος ανοιχτών πολιτικών εκδηλώσεων του ΝΑΡ σε πολλές πόλεις, ενώ με την εκλογή των αντιπροσώπων για το Σώμα ολοκληρώνονται και οι διαδικασίες συζήτησης σε όλες τις Οργανώσεις Βάσης του ΝΑΡ και της νΚΑ. Η Πανελλαδική διαδικασία θα αρχίσει το Σάββατο 8 Νοέμβρη, στις 10.00 π.μ. στο μεγάλο αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής Αθήνας (είσοδος πεζόδρομος οδού Μασσαλίας).